ΑΠΟΦΑΣΗ Δ.Σ. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣχΝ «ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ»- ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΕΠΑΝΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
ΑΠΟΦΑΣΗ Δ.Σ. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣχΝ «ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ»-
ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΕΠΑΝΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά κατά τη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2026 εξέφρασε τον έντονο προβληματισμό του για το Σχέδιο Νόμου με τίτλο «Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών», το οποίο δεν αποτελεί απλώς ένα νέο νομοθέτημα για τις εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών, αλλά μία απόπειρα συνολικής αναδιάρθρωσης του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης στις ιδιωτικές διαφορές. Το νομοθέτημα δεν αλλάζει μόνο την πολιτική δίκη, επιχειρεί να αλλάξει και τον τρόπο άσκησης της δικηγορίας, παρεμβάλλοντας ταυτόχρονα εμπόδια στη συνταγματικά προβλεπόμενη παροχή εννόμου προστασίας από τα δικαστήρια.
Το νομοσχέδιο, το οποίο προαναγγέλλεται πολλούς μήνες και, παρά ταύτα, παντελώς αιφνίδια τέθηκε σε διαβούλευση χωρίς να έχει προηγουμένως τεθεί υπόψη των εκπροσώπων του δικηγορικού σώματος και τώρα μας ζητείται εκ των υστέρων να εκφράσουμε τις θέσεις μας, περιλαμβάνει διατάξεις για τις γενικές αρχές εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, τις αρχές συσχέτισης μεθόδων εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, την υποχρεωτική προδικαστική προσφυγή σε εναλλακτική επίλυση διαφορών, τον θεσμό της διαιτησίας, τη διαμεσολάβηση, τη δικαστική μεσολάβηση, την εκπαίδευση και τον διορισμό διαμεσολαβητών, τις πειθαρχικές και ειδικές ρυθμίσεις για το λειτούργημα του διαμεσολαβητή, την ίδρυση και λειτουργία Κέντρων Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών.
Το Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά είναι αντίθετο με τη φιλοσοφία του ΣχΝ και την υποχρεωτική προδικαστική διαδικασία που καθιερώνεται για τις περισσότερες διαφορές ιδιωτικού δικαίου, καθώς μία διαφορά για να εισαχθεί πλέον σε δικαστήριο θα πρέπει να προηγείται προσπάθεια επίλυσης της με εναλλακτική μέθοδο επίλυσης, γεγονός που θα προκαλέσει επιπλέον οικονομική επιβάρυνση και αντίστοιχα εμπόδια στον πολίτη που αναζητά δικαστική προστασία και θα δημιουργήσει άδικες καταστάσεις, ιδιαίτερα όταν υφίσταται οικονομική ανισορροπία μεταξύ των μερών.
Η αλλοίωση του χαρακτήρα των εναλλακτικών μορφών επίλυσης της διαφοράς με την καθιέρωσή τους ως υποχρεωτικών, πέραν του προβληματισμού για τη συμβατότητά της με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, ενέχει τον κίνδυνο να τραπούν σε μία τυπική, πλην όμως δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικαστική υποχρέωση άνευ ουσίας, τη στιγμή που θα λείπει η πραγματική διάθεση διαπραγμάτευσης από τα μέρη.
Ως προς τις ειδικότερες διατάξεις, το Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά εξέφρασε την αντίρρησή του στις διατάξεις του άρθρου 19 του ΣχΝ που, αφενός, περιορίζουν σε 10.000 ευρώ (από 30.000) το όριο για τις διαφορές της τακτικής διαδικασίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου που υπάγονται στην υποχρεωτική προδικασία και, αφετέρου, επεκτείνουν την υποχρεωτική προδικασία σε ευρύ φάσμα περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 ΚΠολΔ, όπως στις εργατικές διαφορές και τις αυτοκινητικές διαφορές, οι οποίες θα πρέπει ρητά να εξαιρεθούν της υποχρεωτικής προδικασίας λόγω της κοινωνικής διάστασης που έχουν και της ανάγκης ταχείας εκκαθάρισης και της ιδιαίτερης πραγματικής και αποδεικτικής πολυπλοκότητάς τους, λόγοι που οδήγησαν άλλωστε τον νομοθέτη να τις εντάξει στις ειδικές διαδικασίες .
Επιπλέον, εξέφρασε την αντίρρησή του στη διάταξη του άρθρου 18 και στη κυρωτική λογική που τη διέπει απέναντι σε όποιον δεν επιθυμεί να λύσει τη διαφορά του με εναλλακτικό τρόπο επίλυσης διαφοράς και για τον οποίον προβλέπει χρηματική κύρωση σε περίπτωση αποχής από εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης.
Περαιτέρω είναι αντίθετο με τις διατάξεις του άρθρου 81 που σε ευθεία αντίθεση με τον χαρακτήρα της διαμεσολάβησης ως μίας πλήρως εμπιστευτικής διαδικασίας, δίνουν τη δυνατότητα και, συνεπαγωγικά, την εξουσία στον διαμεσολαβητή να διατυπώσει πρόταση επίλυσης όταν τα μέρη δηλώνουν αδυναμία επίτευξης συμφωνίας, ακόμη κι αν τα μέρη δεν το ζητήσουν αμοιβαία, και να την επισυνάψει στο πρακτικό μη επίτευξης συμφωνίας ώστε να περιέλθει σε γνώση του αρμόδιου Δικαστηρίου, το οποίο μάλιστα θα τη συνεκτιμήσει κατά την επιμέτρηση της δικαστικής δαπάνης, εάν η δικαστική απόφαση συμπίπτει κατ’ ουσίαν με το περιεχόμενο της πρότασης. Η τιμωρητική αντιμετώπιση αυτού που εμπιστεύεται τον φυσικό δικαστή και όχι τον διαμεσολαβητή, ο οποίος μπορεί να μην είναι δικηγόρος και να μην έχει καθόλου νομική παιδεία, βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τη συνταγματική πρόβλεψη για παροχή εννόμου προστασίας από τα δικαστήρια και όχι από διαμεσολαβητές και, αφετέρου, με την αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης που διέπει την πολιτική δίκη και εισάγεται με το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο ενεργεί μόνο βάσει αιτήσεων των διαδίκων.
Προβληματική είναι, επίσης, η διάταξη για τη σύνθεση της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης σύμφωνα με το άρθρο 127, καθώς με τη ρύθμιση αυτή υποβαθμίζεται θεσμικά ο ρόλος του δικηγορικού σώματος, το οποίο παρότι είναι πανθομολογημένο ότι έχει καθοριστικό ρόλο για την επιτυχία του θεσμού της διαμεσολάβησης, θα εκπροσωπείται στην Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης από έναν και μόνο εκπρόσωπο της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας.
Το ίδιο προβληματική είναι και η πρόβλεψη άμεσης ισχύος, μεσούσης της δικαστικής χρονιάς, αυτής της ευρείας νομοθετικής μεταρρύθμισης, την οποία επιφέρει το Υπουργείο Δικαιοσύνης στην πολιτική δίκη, για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, διολισθαίνοντας σε μία αυτοαναίρεση δικών του προηγούμενων νομοθετικών επιλογών στην πολιτική δικονομία, τη διαμεσολάβηση και τη διαιτησία και προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση σε δικαστές και δικηγόρους και έντονη ανασφάλεια δικαίου στους πολίτες.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει πληθώρα και άλλων διατάξεων και ρυθμίσεων που χρειάζονται επανεξέταση, το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά ζητά να μην ολοκληρωθεί εσπευσμένα η διαβούλευση στις 24 Σεπτεμβρίου, όπως έχει προαναγγελθεί, και ζητά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης να υπάρξει ουσιαστική επανεπεξεργασία του νομοσχεδίου, με γνώμονα την προστασία του δικαιώματος ουσιαστικής και αποτελεσματικής δικαστικής προστασία των πολιτών.







WEXGroup